Αναζήτηση

Music

Translate

VISIT MY NEW BLOG COCO IS PLANNING TO LEARN EVERYTHING ABOUT PLANNING AND PLANNERS!

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Σαν... χθες πέθανε ο Μάνος Χατζηδάκις - Τι είχε πει προφητικά για την ΕΡΤ

Manos_Xatzidakis

Ιδιοφυία. Ανατρεπτικός. Καλλιτέχνης, με όλη τη σημασία της λέξης. Σαν σήμερα, πριν από 19 χρόνια, ο μεγάλος Μάνος Χατζηδάκις αφήνει την τελευταία του πνοή σε ηλικία 68 ετών, λόγω οξέως πνευμονικού οιδήματος. Η Ελλάδα, έχει χάσει πλέον από κοντά της, τη μεγαλύτερη μουσική ιδιοφυΐα που γνώρισε ποτέ.
Τα λόγια του, όμως, μοιάζουν να είναι πιο επίκαιρα από ποτέ. Ο ίδιος πρωταγωνίστησε στην ποιοτικότερη εκδοχή της ελληνικής ραδιοφωνίας, όταν ανέλαβε το Τρίτο Πρόγραμμα. Και όταν η Μαρία Ρεζάν τον ρώτησε: «Σκεφθήκατε, ποτέ, να εισηγηθείτε, να διαλυθεί η ΕΡΤ και να αρχίσει από την αρχή;» η απάντηση που έλαβε ήταν χαρακτηριστική:
«Θα μπορούσα να εισηγηθώ ακόμη και κλείσιμο, αλλά ο κόσμος δεν μπορεί να ζήσει πια χωρίς την EPT», παραδεχόταν ο μεγάλος συνθέτης ήδη στα μέσα της δεκαετίας του '80. Ο Χατζιδάκις από το 1984 φαίνεται ότι είχε πλέον μία πολύ σαφή εικόνα για την πορεία που ακολουθούσε η ΕΡΤ:
«Kι αυτό θα το εισηγούμην αλλά ο κόσμος δεν μπορεί να ζήσει πια, χωρίς την EPT. Θα πεθάνουν αν δεν τους δώσεις εκείνο, για το οποίο θα μπορούν να διαμαρτύρονται. H EPT είναι πολύτιμη γιατί δίδει στον ελληνικό λαό την ευκαιρία να διαμαρτύρεται και να λέει «τι αίσχος που είναι η EPT». H αντιπολίτευση διαμαρτύρεται, γιατί δεν της δίνουν περισσότερο χρόνο, οι άλλοι γιατί δεν τους δίνουν περισσότερη «Δυναστεία», οι άλλοι γιατί υπάρχει η «Δυναστεία» και όλοι είναι ευχαριστημένοι. H EPT είναι ένα απαραίτητο φάρμακο, για να ζούμε με την ψευδαίσθηση της ελευθερίας».
Τα παιδιά του χρόνια
Γεννημένος στην Ξάνθη, γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι και της Αλίκης Αρβανιτίδου στις 23 Οκτωβρίου του 1925, ο Χατζιδάκις έκανε τα πρώτα του βήματα στον μαγικό χώρο της μουσικής από πολύ μικρή ηλικία. Στα τέσσερά του, μόλις, ξεκινά μαθήματα πιάνου, με δασκάλα του την πιανίστρια Αλτουνιάν, ενώ παράλληλα, εξασκείται και στο βιολί και στο ακορντεόν.
Ο χωρισμός των γονιών του έρχεται το 1932, και μαζί με αυτόν και η μετακόμιση στην Αθήνα, παρέα με τη μητέρα του και την αδερφή του. Μόλις έξι χρόνια αργότερα (1938) ο πατέρας του χάνει τη ζωή του σε αεροπορικό δυστύχημα, κάτι που φέρνει την οικογένεια σε δύσκολη οικονομική θέση, και τον Χατζιδάκι να πρέπει να βγει στην αγορά εργασίας από πολύ μικρή ηλικία.
Στα δύσκολα χρόνια της κατοχής και της απελευθέρωσης εργάστηκε ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοοικονόμου, βοηθός νοσοκόμος στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο.
Όμως, τίποτα δεν μπορούσε να σβήσει το μεράκι του για τη μουσική και την τέχνη. Παράλληλα με τη δουλειά, αρχίζει ανώτερα θεωρητικά μαθήματα μουσικής με τον Μενέλαο Παλλάντιο, σημαντική μορφή της ελληνικής εθνικής μουσικής σχολής, και σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες ποτέ δεν ολοκλήρωσε.
Ο Χατζιδάκις, την εποχή εκείνη, έχει την ευκαιρία να γνωριστεί και να συναναστραφεί με μερικούς από τους μεγαλύτερους Έλληνες καλλιτέχνες και διαννούενους της γενιάς του μεσοπολέμου. Γκάτσος, Σεφέρης, Ελύτης, Τσαρούχης, Σικελιανός συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση της σκέψης του. Μάλιστα, ανάμεσα στον ίδιο και τον Νίκο Γκάτσο (τον οποίο και πρωτοσυνάντησε το 1943) αναπτύχθηκε μια μεγάλη φιλία, που κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής του. «Μεγάλο δάσκαλο και ακριβό του φίλο» τον χαρακτήριζε.
Το θέατρο και ο κινηματογράφος. Ο Κουν, η Μελίνα και το Όσκαρ
Η πρώτη εμφάνιση του Χατζιδάκι ως συνθέτη πραγματοποιείται το 1944 με τη συμμετοχή του στο έργο Τελευταίος Ασπροκόρακας του Αλέξη Σολομού, στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης, ο Χατζιδάκις θα παρακολουθήσει και μαθήματα υποκριτικής, αν και τελικά ο ίδιος ο Κουν θα τον αποτρέψει. Η συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης θα διαρκέσει περίπου δεκαπέντε χρόνια και αποφέρει μουσική για σημαντικό αριθμό έργων του σύγχρονου θεάτρου.
Το 1946 καταγράφεται και η πρώτη του εργασία για τον κινηματογράφο, στην ταινία Αδούλωτοι Σκλάβοι και στα επόμενα χρόνια συνθέτει μουσική για πολλές ελληνικές ή ξένες ταινίες. Ειδικά για τη μουσική της ταινίας Το ποτάμι (1959) θα κερδίσει το μουσικό βραβείο του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το 1950 θα αποτελέσει ιδρυτικό στέλεχος και καλλιτεχνικό διευθυντή του Ελληνικού Χοροδράματος της Ραλλούς Μάνου, όπου παρουσιάζει τα τέσσερα μπαλέτα του, Μαρσύας (1950), Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές (1951), Το Καταραμένο Φίδι (1951) και Ερημιά (1958).
O Xατζιδάκις τραγουδά με τη Μελίνα Μερκούρη
Από το 1950 αρχίζει να γράφει μουσική για αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες. Ο Μάνος Χατζιδάκις έχει «ντύσει» μουσικά την Ορέστεια, τη Μήδεια, τις Βάκχες, τις Εκκλησιάζουσες, τη Λυσιστράτη, τον Πλούτο, τις Θεσμοφοριάζουσες, τους Βατράχους και τις Όρνιθες.
Το 1959 παρουσιάζει στο αθηναϊκό κοινό τον Μίκη Θεοδωράκη, ενορχηστρώνοντας και ηχογραφώντας ο ίδιος το έργο του «Επιτάφιος» με τη Νάνα Μούσχουρη.
Το 1961 του απονέμεται το βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι Τα παιδιά του Πειραιά, από την ταινία του Ζυλ Ντασέν Ποτέ την Κυριακή, το οποίο συμπεριλαμβάνεται και στα δέκα εμπορικότερα τραγούδια του 20ού αιώνα. Ο ίδιος ο Χατζιδάκις, θεωρεί πως η ελαφρά μουσική του για τον κινηματογράφο, του προσδίδει μια «ανεπιθύμητη λαϊκότητα», την οποία δεν αποδέχεται και φθάνει στο σημείο να αποκηρύξει μεγάλο μέρος της.
Σημαντικός σταθμός στο έργο του Χατζιδάκι για το θέατρο αποτελεί ακόμα η παράσταση Οδός Ονείρων (1962) σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού και πρωταγωνιστή το Δημήτρη Χορν.
Την περίοδο 1963-1966 διευθύνει την «Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών» – της οποίας είναι και ιδρυτής -- και στο σύντομο χρονικό διάστημα της λειτουργίας της δίνει 20 συναυλίες με πρώτες παρουσιάσεις δεκαπέντε έργων Ελλήνων συνθετών.
Το θρυλικό «Τρίτο Πρόγραμμα»
1975. Τότε, άρχισε το μοναδικό ταξίδι στους ήχους της μουσικής, μέσω του Τρίτου Προγράμματος. Ο Χατζιδάκις, ορίζεται διευθυντής του κρατικού ραδιοσταθμού, τον οποίο, σε συνεργασία με μια ομάδα νέων και ταλαντούχων δημιουργών, αναδεικνύει σε σημείο αναφοράς. Τα χρόνια εκείνα, ονομάστηκαν ως «Χρυσά» του συγκεκριμένου σταθμού, ενώ έχουν χαρακτηριστεί ως τα πλέον ποιοτικά.
Το 1989-93 ιδρύει την «Ορχήστρα των Χρωμάτων», για να παρουσιάσει «πρωτότυπα προγράμματα που συνήθως δεν καλύπτονται από τις συμβατικές συμφωνικές ορχήστρες», την οποία διηύθυνε μέχρι το τέλος της ζωής του. Η Ορχήστρα των Χρωμάτων με μαέστρο τον Χατζιδάκι έδωσε 20 συναυλίες και 12 ρεσιτάλ ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου με Έλληνες και ξένους σολίστ.
Στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν διαρκώς παρών στην ελληνική δισκογραφία, με δεκάδες δίσκους που θεωρούνται πια κλασικοί: Ο Κύκλος με την Κιμωλία (1956), Παραμύθι χωρίς Όνομα (1959), Πασχαλιές μέσα απ' τη νεκρή γη (1961), Δεκαπέντε Εσπερινοί (1964), Μυθολογία (1965), Καπετάν Μιχάλης (1966), Τα Λειτουργικά (1971), Αθανασία (1975), Τα Παράλογα (1976), Σκοτεινή Μητέρα (1985), Τα Τραγούδια της Αμαρτίας (1992) κ.ά.
Τα λόγια του, εξάλλου, μπορούν να δώσουν μια σαφή εικόνα της μεγάλης και ανήσυχης ψυχής του…
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ
Γεννήθηκα στις 23 του Οκτώβρη του 1925 στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες. Η συνύπαρξη εκείνο τον καιρό ενός αντιτύπου της μπελ-επόκ, με αυθεντικούς τούρκικους μιναρέδες, έδιναν χρώμα και περιεχόμενο σε μια κοινωνία-πανσπερμία απ' όλες τις γωνιές της Ελλαδικής γης, που συμπτωματικά βρέθηκε να ζει σε ακριτική περιοχή και να χορεύει τσάρλεστον στις δημόσιες πλατείες.
Σαν άνοιξα τα μάτια μου είδα με απορία πολύ κόσμο να περιμένει την εμφάνισή μου (το ίδιο συνέχισα κι αργότερα να απορώ σαν με περίμεναν κάπου καθυστερημένα να φανώ). Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη, κόρη του Κωνσταντίνου Αρβανιτίδη, και ο πατέρας μου απ' την Μύρθιο της Ρεθύμνου, απ' την Κρήτη. Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων που καθώς γνωρίζω δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ΄ την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι' αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες του Θεού. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την λεγόμενη«ευρωπαϊκή», φέραν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Προσπάθησα όλον το καιρό που μέναμε στην Ξάνθη να γνωρίσω σε βάθος τους γονείς μου και να εξαφανίσω την αδελφή μου. Δεν τα κατάφερα και τα δύο.
Έτσι μετακομίσαμε το '32 στην Αθήνα όπου δεν στάθηκε δυνατόν να λησμονήσω την αποτυχία μου. Άρχιζα να ζω και να εκπαιδεύομαι στην πρωτεύουσα ενώ παράλληλα σπούδαζα τον έρωτα και την ποιητική λειτουργία του καιρού μου. Έλαβα όμως την αττική παιδεία όταν στον τόπο μας υπήρχε και Αττική και Παιδεία. Μ' επηρεάσανε βαθιά ο Ερωτόκριτος, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, το Εργοστάσιο του Φιξ, ο Χαράλαμπος του «Βυζαντίου», το υγρό κλίμα της Θεσσαλονίκης και τα άγνωστα πρόσωπα που γνώριζα τυχαία και παρέμειναν άγνωστα σ' όλα τα χρόνια τα κατοπινά.
Στην κατοχική περίοδο συνειδητοποίησα πόσο άχρηστα ήτανε τα μαθήματα της Μουσικής, μια και μ' απομάκρυναν ύπουλα απ' τους αρχικούς μου στόχους που ήταν να επικοινωνήσω, να διοχετευθώ και να εξαφανιστώ, γι' αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την Κατοχή. Έτσι δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς εγλύτωσα απ' το να μοιάζω με τα μέλη του Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου.
Έγραψα ποιήματα και πολλά τραγούδια, και ασκήθηκα ιδιαίτερα στο να επιβάλλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες, πράγμα που άλλωστε με ωφέλησε τα μέγιστα σαν έγινα υπάλληλος τα τελευταία χρόνια. Απέφυγα μετά περίσσιας βδελυγμίας ότι τραυμάτιζε το ερωτικό μου αίσθημα και την προσωπική μου ευαισθησία.
Ταξίδεψα πολύ και αυτό με βοήθησε ν' αντιληφθώ πώς η βλακεία δεν ήταν αποκλειστικόν του τόπου μας προϊόν, όπως περήφανα ισχυρίζονται κι αποδεικνύουν συνεχώς οι έλληνες σωβινιστές και της εθνικοφροσύνης οι εραστές. Παράλληλα ανακάλυψα ότι τα πρόσωπα που μ' ενδιαφέρανε έπρεπε να ομιλούν απαραιτήτως ελληνικά, γιατί σε ξένη γλώσσα η επικοινωνία γινότανε οδυνηρή και εξαφάνιζε το μισό μου πρόσωπο.
Το '66 βρέθηκα στην Αμερική. Έμεινα κι έζησα εκεί κάπου έξι χρόνια, τα χρόνια της δικτατορίας, για λόγους καθαρά εφοριακούς - ανεκαλύφθη πως χρωστούσα τρεισήμισι περίπου εκατομμύρια στο δημόσιο. Όταν εξόφλησα το χρέος μου επέστρεψα περίπου το '72 και ίδρυσα ένα καφενείο που το ονομάσαμε Πολύτροπον, ίσαμε τη μεταπολίτευση του '74, όπου και τόκλεισα γιατί άρχιζε η εποχή των γηπέδων και των μεγάλων λαϊκών εκτονώσεων. Κράτησα την ψυχραιμία μου και δεν εχόρεψα εθνικούς και αντιστασιακούς χορούς στα γυμναστήρια και στα γεμάτα από νέους γήπεδα. Κλείνοντας το Πολύτροπο είχα ένα παθητικό πάλι της τάξεως περίπου των τρεισήμισι εκατομμυρίων - μοιραίος αριθμός, φαίνεται, για την προσωπική μου ζωή.
Από το '75 αρχίζει μια διάσημη εποχή μου που θα την λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε, υπαλληλική, που μ' έκανε ιδιαίτερα γνωστό σ' ένα μεγάλο και απληροφόρητο κοινό, βεβαίως ελληνικό, σαν άσπονδο εχθρό της ελληνικής μουσικής, των ελλήνων μουσικών και της εξίσου ελληνικής κουλτούρας. Μέσα σ' αυτή την περίοδο και ύστερα από ένα ανεπιτυχές έμφραγμα στην καρδιά, προσπάθησα πάλι, ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω τις ακριβές καφενειακές μου ιδέες πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού , εννοώντας να επιβάλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες.
Και οι δύο όμως τούτοι οργανισμοί σαθροί και διαβρωμένοι από τη γέννησή τους κατάφεραν να αντισταθούν επιτυχώς και, καθώς λεν, να με νικήσουν «κατά κράτος». Παρ΄ όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό γεννήθηκε το Τρίτο κι επιβλήθηκε στη χώρα.
Και τώρα καταστάλαγμα του βίου μου μέχρι στιγμής είναι :
Α δ ι α φ ο ρ ώ για την δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ.
Π ι σ τ ε ύ ω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ' αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθέντες συνήθειές μας.
Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία καθώς και την κάθε λογής χυδαιότητα. Έτσι κατάφερα να ολοκληρώσω την τραυματισμένη από την παιδική μου ηλικία προσωπικότητα, καταλήγοντας να πουλώ «λαχεία στον ουρανό» και προκαλώντας τον σεβασμό των νεωτέρων μου μια και παρέμεινα ένας γνήσιος Έλληνας και Μεγάλος Ερωτικός.
πηγή: koolnwes.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου